αἰχμαλωσίᾳ

αἰχμαλωσίαι , αἰχμαλωσία
captivity
fem nom/voc pl
αἰχμαλωσίᾱͅ , αἰχμαλωσία
captivity
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰχμαλωσία — αἰχμαλωσίᾱ , αἰχμαλωσία captivity fem nom/voc/acc dual αἰχμαλωσίᾱ , αἰχμαλωσία captivity fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμαλωσία — η 1. η σύλληψη σε καιρό πολέμου αντρών του αντίπαλου στρατού: Αποτέλεσμα της μάχης ήταν η αιχμαλωσία αρκετών χιλιάδων αντρών του αντιπάλου. 2. η κατάσταση του αιχμαλώτου: Περάσαμε στην αιχμαλωσία δυο χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιχμαλωσία — η (Α αἰχμαλωσία) [αἰχμάλωτος] η σύλληψη κάποιου από τον εχθρό κατά τη διάρκεια μάχης ή πολέμου, αιχμαλωτισμός νεοελλ. η κατάσταση τού αιχμαλώτου αρχ. το σύνολο τών αιχμαλώτων, οι αιχμάλωτοι …   Dictionary of Greek

  • αιχμαλωσία — [эхмалосиа] ουσ. Θ. плен …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἰχμαλωσίας — αἰχμαλωσίᾱς , αἰχμαλωσία captivity fem acc pl αἰχμαλωσίᾱς , αἰχμαλωσία captivity fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωσίαι — αἰχμαλωσία captivity fem nom/voc pl αἰχμαλωσίᾱͅ , αἰχμαλωσία captivity fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωσίαν — αἰχμαλωσίᾱν , αἰχμαλωσία captivity fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωσιῶν — αἰχμαλωσία captivity fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωσίαις — αἰχμαλωσία captivity fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εβραίοι — Αρχαίος σημιτικός λαός από τη Χαλδαία, που εγκαταστάθηκε κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. στη Γη της Χαναάν. Η ονομασία του οφείλεται, κατά την παράδοση, στον Έβερ, απόγονο του Σημ, γιου του Νώε. Οι Ε. ονομάζονταν επίσης και Ισραηλίτες, όνομα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.